AixmiNews.gr - H Ηλεκτρονική εφημερίδα των Μεγάρων, της Νέας Περάμου και της Δυτικής Αττικής

15.12.2017

Ο καιρός μας

767DRITSAS

Γράφει ο Γιάννης Δρίτσας

Ειδικός Συνεργάτης της ΑΙΧΜΗΣ

Σε κάποια επαρχιακή ελληνική πόλη, στο σήμερα, εξελίσσονται διάφορες τραγελαφικές ιστορίες. Ιστορίες που μπορούν να αναδείξουν μεγαλείο ή μικρότητα. Ιστορίες που όλοι μας έχουμε βιώσει ή έχουμε ακούσει…
Ένα συνηθισμένο πρωινό μιας βροχερής ημέρας, μια παρέα με ομολογουμένως χαλαρή έως και ευχάριστη διάθεση, μπαίνει σε μια από τις γνωστές καφετερίες της πόλης. Η παρέα ήταν ετερόκλητων ατόμων, εκεί γύρω στα εικοσιοκτώ με τριάντα.
Αφού γίνεται η ανίχνευση του χώρου, τα βλέμματα σκανάρουν κι εμένα. Αφού καταλαβαίνουν ότι είμαι ξένος, στις μικρές επαρχιακές πόλεις όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους και μάλιστα η φράση αυτή χρησιμοποιείται και για το καλό και για το κακό σχόλιο, «χύνουν» τα κορμιά τους στις αναπαυτικές πολυθρόνες. Η όμορφη σερβιτόρα δεν άργησε να έρθει και μετά από μερικά ακκίσματα, μετά από μερικά νάζια και χαμόγελα, οι καφέδες και οι ζεστές σοκολάτες ήταν στο τραπέζι.
Τα ζήλεψα αυτά τα παιδιά. Μέσα από την νεότητά τους, μέσα από το σφρίγος και την ενέργειά τους, μέσα από το χαμόγελό τους ανέσυρα μνήμες από την δική μου νεότητα… Κάτι όμως δεν μου άρεσε. Κάτι που δεν μπορούσα να προσδιορίσω άμεσα.
Η κουβέντα δεν άργησε να αρχίσει. Εγώ ως ξένος δεν αποτελούσα προφανώς απειλή, διότι το αντικείμενο της συζήτησης ήταν το κουτσομπολιό. Κακεντρέχεια . Περίεργος εκ φύσεως , μιας και ήταν δίπλα μου, αποφάσισα να επιτρέψω στον εαυτό μου να υποκλέψει τις συζητήσεις:
-«Ρε παιδιά τι βλάκας αυτός ο Παναγιώτης. Έπιασε δουλειά και νομίζει πως θα μας κάνει φιγούρα. Μας έχει φάει τα συκώτια ρε συ με το πώς περνάει εκεί, με το να μας λέει όλο για την δουλειά του και τέτοιες χαζομάρες…»
-«Ναι ρε έχεις δίκιο. Αυτός ρε είχε έρθει και μου ζητούσε δανεικά γιατί δεν είχε να ζήσει, και τώρα κυκλοφορεί και μας κάνει και τον μάγκα…»
-«Αυτή η οικογένεια του ρε παιδιά πόσο φτωχή ήταν. Όταν εμείς αγοράζαμε τις τηλεοράσεις δύο-δύο για να μπορούμε να έχουμε σε κάθε δωμάτιο και μια για να βλέπουμε, αυτοί στο σπίτι τους δεν είχαν ακόμα τηλεόραση…»
-«Τι περιμένατε από ανθρώπους αγράμματους; Από ανθρώπους που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Αυτά είναι αυτονόητα…»
-«Το αστείο είναι πως αυτός ο χωριάτης, θέλει τώρα και αυτοκίνητο. Δεν κοιτάζει τα χάλια του…»
-«Θυμάστε τις προάλλες που ήρθε να μας γνωρίσει την Μίνα; Απορώ πως αυτή η γυναικάρα είναι μαζί του. Δεν τον βλέπει; Αλλά μάλλον και αυτή είναι το ίδιο με αυτόν…»
-«Αυτή η αδερφή του; Ξενυχτάει και γυρίζει στα μπαρ λες και είναι ασύδοτη. Κάνει και την όμορφη. Βρακί δεν είχε και τώρα μας κουνιέται…»
-Δεν βλέπετε το πώς ντύνεται; Η χωριάτα, που μας κάνει και την όμορφη…»
-«Γιατί ο Παναγιώτης; Είδες ρούχα; Είδες ρολόι; Τα παπούτσια; Μπορεί να έχει και πέντε ζευγάρια…»
-Είδατε που κάθε τρις και λίγο φεύγει ταξίδια είτε με αεροπλάνο είτε με το αυτοκίνητο;»
Έχω μείνει άναυδος. Είχα ακούσει για τα προβλήματα των επαρχιακών πόλεων, είχα ακούσει για το κουτσομπολιό αλλά δεν το πίστευα.
-«Έλα ρε με τον βλάχο. Σιγά τον άνθρωπο. Αυτοί, όπως μου είπε ο πατέρας μου, όταν νοίκιασαν το πρώτο σπίτι ερχόμενοι στην πόλη, κοιμόντουσαν κάτω ρε. Δεν είχαν κρεβάτια. Πήραν τώρα ένα σπίτι και έγιναν άνθρωποι;»
Η κουβέντα είχε ανάψει και η συμμετοχή καθολική. Όλοι είχαν έναν καλό λόγο για τον Παναγιώτη…
Ξαφνικά η πόρτα ανοίγει.. Ένας νεαρός περίπου ίδιας ηλικίας με την παρέα μπαίνει. Φορά ένα απλό τζιν παντελόνι, όπως οι περισσότεροι από την παρέα, μια μπλούζα όπως οι περισσότεροι από την παρέα, και ένα μπουφάν, όπως οι περισσότεροι από την παρέα. Πρόλαβα να δω και τα παπούτσια του, converse όπως και των περισσοτέρων από την παρέα.
Δεν πρόλαβα να περιεργαστώ περισσότερο τον νεαρό, αλλά πρόλαβα να δω και τα μάτια του, όταν τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Τα μάτια του γυάλιζαν και ένιωσα μια ζεστασιά…
Δεν πρόλαβα να δω και να περιεργαστώ τον νεαρό, διότι η παρέα μεμιάς σηκώθηκε και με φωνές, σαν ένα σμάρι πουλιών, έπεσε πάνω του να τον αγκαλιάσει και να τον καλωσορίσει.
Ήταν ο Παναγιώτης….
Τότε συνειδητοποίησα τι συνέβαινε με τα μάτια των άλλων παιδιών. Αυτό δεν μου άρεσε όταν τα είδα..
Τα μάτια των παιδιών της παρέας δεν είχαν χρώμα. Δεν είχαν ομορφιά. Δεν είχαν χαρά. Το βλέμμα τους ανέδυε μαυρίλα. Δεν είχε φωτεινότητα…
Σε αντίθεση με εκείνα του Παναγιώτη.