AixmiNews.gr - H Ηλεκτρονική εφημερίδα των Μεγάρων, της Νέας Περάμου και της Δυτικής Αττικής

18.01.2018

Ο καιρός μας

ΤΟ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Μ. ΜΠΕΝΑΡΔΗ

Ο ίδιος από σεμνότητα έλεγε πως δεν είναι ποίημα αλλά ένα στιχούργημα...

      ΠΑΝΕ περί τα είκοσι χρόνια που έφυγε από αυτή την ζωή ο Αντώνης Μελ. Μπεναρδής, όσοι όμως τον γνωρίσαμε αισθανόμαστε ότι ακόμη είναι κοντά μας. Σε κάθε εκδήλωση για το καλό του τόπου μας έντονη ήταν η παρουσία του, κι’ ας ενεργούσε ως αφανής εργάτης. Από τις λογοτεχνικές συναντήσεις, σε σπίτια και στο Λογοτεχνικό Τμήμα της Ν.Ε.Μ., (ήταν προχωρημένος στα θέματα της ποιήσεως, κι’ ας μη έγγραφε ο ίδιος ποιήματα, πλην του κατωτέρω), ως την κατάληψη της Ρεβυθούσας, (στο ξεκίνημα εκεί των χωματουργικών των έργων του θανάτου, όταν κοιμόταν όλη την νύχτα, όλες τις νύχτες της καταλήψεως, με σλίπινγκ - μπαγκ στα βράχια της υπό κατάληψιν, τότε, από την Επιτροπή Αγώνος νησίδος, παρ’ όλο που είχε αρχίσει να έχη προβλήματα υγείας).
        Ο Αντώνης είχε γράψει ένα πολύ ωραίο ποίημα, την «ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΙΝ», για το οποίο ο ίδιος έλεγε, από σεμνότητα, πως δεν είναι ποίημα, αλλά στιχούργημα, που «δεν αντέχει στην κριτική ούτε την πιο επιεική», όπως έγραφε στον φίλο του τον Κώστα (πρέπει να είναι ο συμπολίτης κ. Μπέης, ο πρώην λυκειάρχης).
      Το ποίημα είναι γραμμένο, βεβαίως, στο πολυτονικό, κι ’ ας είχαν περάσει ήδη πέντε χρόνια από την εγκληματική καθιέρωση του αθλίου μονοτονικού συστήματος γραφής.
       Στο ποίημα, ο κουστουμαρισμένος συνταξιούχος, περνάει απ’ έξω από το Γυμνάσιο Μεγάρων, το 1ο, το παλιό, και βλέπει την αυλή του Γυμνασίου γεμάτη από θορυβούντες, όπως είναι φυσικό, μαθητές. Και τους λέει τα παρακάτω, για να απαντήσουν μετά οι μαθητές :

829gymnasioΈτος 1929. Εγκαίνια του Γυμνασίου Μεγάρων,
του οποίου η αποπεράτωση είχε ήδη επί τέλους
επιτευχθή.

             ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΙΣ
- Βρε σεις παιδιά, τι μαζευτήκατε εδώ,
και πιάσατε όλη την αυλή του Γυμνασίου,
κι’ απ’ τις δικές μας βρύσες πίνετε νερό,
μες στο προαύλιο του δικού μας του σχολείου ;

Βρε σεις, τι θέλετε και ήρθατε εδώ,
σε λίγο φθάνουν τώρα οι συμμαθηταί μου
και στο γραφείο του ισογείου το από δω
συνεδριάζουν όλοι οι καθηγηταί μου.

Μπαίνουνε τώρα ο Αντωνίου, ο Μπεναρδής,
η Τσουκαλά, η Δημητρούλα, ο Ρομπάκης,
μπήκαν ο Σύρκος, η Σουζάνα, το «παιδί»,
και ο Λαγκαδινός ο Βασιλάκης.

Γι’ αυτό σας λέω, αδειάστε τη γωνιά
και μη μιλάτε και χτυπάτε με μανία
κι’ ανοιγοκλείνετε τις πόρτες μ’ απονιά,
είναι δικό μας το σχολείο και τα θρανία.

Δρόμο σας λέω, για το δικό σας το καλό,
τώρα ο κυρ - Γιάννης θα κτυπήση το κουδούνι
κι’ άμα δεν θέλετε να βάλετε μυαλό
θα βγη ο γέρο - Μπεναρδής με το μπαστούνι.
........................................................................

- Για ποιο σχολείο τόσην ώρα μας μιλάς
εσύ, με τ’ άσπρα τα μαλλιά και το κουστούμι ;
μπορεί να ήτανε δικό σας μια φορά...
πήγαινε τώρα, θα κτυπήση το κουδούνι.

Συμμαθητές σου εδώ πέρα δεν θα βρης,
ζήτα τους μέσα στην ζωή, τη βιοπάλη
άδικα όρθιος τόσην ώρα καρτερείς.
Δεν πρόκειται εδώ να ξαναρθούνε πάλι.

Και οι καθηγητές σου που θαρρείς
ότι συνεδριάζουν στο γραφείο...
τους πιο πολλούς, άμα θα ψάξης, θα τους βρης
λίγο πιο πέρα, μέσα στο νεκροταφείο.
-----------------------

      Ο Αντωνίου, η Τσουκαλά, η Δημητρούλα και ο Ρομπάκης ήσαν καθηγητές σ’ αυτό το Γυμνάσιο, όταν ήταν εκεί μαθητής ο Αντώνης ο Μπεναρδής. Δεν τους ήξερα, δεν τους πρόλαβα στο Γυμνάσιο.
      Ο Μπεναρδής (Μελέτιος) ήταν ο ιστορικός των Μεγάρων. Και όχι μόνον ιστορικός αλλά και λαογράφος και πρωτεργάτης στην δημιουργία και λειτουργία του Γυμνασίου Μεγάρων, σε εποχή που ελάχιστες πόλεις είχαν τέτοιο. Εκτός των άλλων, έστειλε περί τις χίλιες επιστολές στους Μεγαρείς της Αμερικής, παρακαλώντας τους και παρακινώντας τους στο να βοηθήσουν οικονομικά στην κατασκευή του Γυμνασίου, πράγμα που και έγινε. Έπειτα, ο Μελ. Μπεναρδής άρχισε τον αγώνα για την λειτουργία του Γυμνασίου, καθ’ όσον δεν είχε συμπληρωθή α απαιτούμενος αριθμός μαθητών, για να δώση την απαιτουμένη άδεια λειτουργίας το αρμόδιο υπουργείο. Οι Μεγαρείς ήθελαν τότε τα παιδιά τους να τους βοηθούν στις γεωργικές εργασίες. Γι’ αυτό έπεισε τους γονείς παιδιών άλλων πόλεων, ακόμη και από την Εύβοια, να φέρουν τα παιδιά τους να φοιτήσουν στα Μέγαρα, και με αυτόν τον τρόπο συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος αριθμός.
      Δεν ξέρω ποιος καθηγητής ήταν το «παιδί», όπως τον (ή την, αν επρόκειτο για καθηγήτρια) αποκαλούσαν οι μαθητές, κατά την προσφιλή συνήθεια των μαθητών και των μαθητριών του Γυμνασίου Μεγάρων να «στολίζουν» τους καθηγητές των με ένα «καλλιτεχνικό» ψευδώνυμο, σχεδόν πάντοτε ομολογουμένως εύστοχο, αλλά οπωσδήποτε η πράξη αυτή ήταν απρεπής αναφορικά με τον οφειλόμενο σεβασμό από τους μαθητές στους καθηγητές των.
    Ο Σύρκος ήταν ο μαθηματικός Ελευθέριος Σύρκος και η Σουζάνα (Μάμαλη) ήταν η πάρα πολύ καλή καθηγήτρια Γαλλικών, που είχε γεννηθή στην Γαλλία και καταλαβαίνετε πόσο τέλεια ήξερε και μιλούσε τα Γαλλικά.
     Ο κυρ Γιάννης που «θα κτυπήση το κουδούνι» ήταν ο κυρ Γιάννης ο Καστάνης, ο κλητήρας, που χτυπούσε το (όχι βεβαίως ηλεκτρικό αλλά χειροκίνητο) καμπανάκι, το κουδούνι.
      «Στιχούργημα», που «δεν αντέχει στην κριτική» το χαρακτήρισε ο δημιουργός του. Από σεμνότητα, είπαμε.
       Εγώ βρίσκω πως είναι ένα υπέροχο ποίημα.