AixmiNews.gr - H Ηλεκτρονική εφημερίδα των Μεγάρων, της Νέας Περάμου και της Δυτικής Αττικής

15.12.2017

Ο καιρός μας

772megarikes simioseis

ΧΡΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ ΣΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΒΛΕΠΟΥΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ ΘΕΑΤΡΟ!

ΔΕΝ ήσαν μόνο οι πνευματικοί και πολιτικοί ηγέτες στην αρχαία Ελλάδα που ήσαν άκρως καλλιεργημένοι και μορφωμένοι. Ώριμοι πνευματικά. Ήταν και ο απλός λαός υψηλού νοητικού επιπέδου. Και εξηγούμαι. Από πολλά τεκμαίρεται αυτό. Αναφέρω τρία.
Το πρώτο. Ο λαός έβλεπε θέατρο. Και έβλεπαν και οι φτωχοί. Η πολιτεία ανελάμβανε να προσφέρη χρήματα στους άπορους πολίτες, τα «θεωρικά», προκειμένου να μπορούν να πληρώνουν τα εισιτήρια για να παρακολουθούν και αυτοί τις θεατρικές παραστάσεις.

ΣΕ ΛΙΓΟ ΘΑ ΓΙΝΟΤΑΝ Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ, ΑΛΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΧΑΣΟΥΝ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΟΥΣ

ΤΟ δεύτερο. Την ημέρα της ναυμαχίας της Σαλαμίνος, τα γυναικόπαιδα των Αθηναίων είχαν καταφύγει στην Σαλαμίνα και οι άνδρες βρίσκονταν στα πλοία, στις τριήρεις, στην θάλασσα της Σαλαμίνος, ετοιμαζόμενοι για την ναυμαχία. Οι Πέρσες είχαν καταλάβει την Αθήνα και την είχαν κάψει. Σε λίγες ώρες θα κρινόταν αν οι κάτοικοι των Αθηνών, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, σε περίπτωση κακής εκβάσεως της ναυμαχίας γι’ αυτούς, θα ήσαν ζωντανοί η νεκροί ή αν θα γίνονταν δούλοι στην Περσία για όλη τους την ζωή...
Και τα παιδιά των Αθηναίων έκαναν και την ημέρα εκείνη το σχολικό τους μάθημα στην Σαλαμίνα, για να μη το χάσουν!

ΟΙ ΕΡΙΝΥΕΣ ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΟΡΕΣΤΗ

ΤΟ τρίτο, που αποδεικνύει πως και ο απλός λαός στην αρχαία Ελλάδα είχε μόρφωση, χρειάζεται ανάλυση, και θα το πάμε ώς το τέλος της σελίδος. Εγώ το βρίσκω, ἀλλως τε, πολύ ενδιαφέρον. Το αναφέρει, εκτός των άλλων, και ο μεγάλος κωμωδιογράφος Αριστοφάνης στους «ΒΑΤΡΑΧΟΥΣ» του, σατιρίζοντάς το.
Πάμε λοιπόν.
Κατά την (πρώτη) παράσταση της τραγωδίας «Ορέστης» του Ευριπίδου, στην αρχαιότητα, στην Αθήνα, ένας ηθοποιός, ο Ηγέλοχος, έπαιζε τον ρόλο του Ορέστου, ο οποίος καταδιώκεται από τις τύψεις, τις Ερινύες, επειδή εκδικήθηκε τον φόνο του πατέρα του Αγαμέμνονος από την γυναίκα του και τον παράνομο αγαπητικό της. (Αργότερα δικάστηκε στον Άρειο Πάγο και αθωώθηκε). Ο Ορέστης βασανίζεται, τινάσσεται από το κρεβάτι του, έχει εφιάλτες, βλέπει άσχημα, απεχθή οράματα, «βλέπει» τις Ερινύες σαν φίδια με αίματα στα μάτια, έτοιμα να ορμήσουν επάνω του...
Μετά ηρεμεί για λίγο και κατόπιν... πάλι τα ίδια.
Δίπλα του η αδελφή του, η Ηλέκτρα, κλαίγοντας, προσπαθεί να τον βοηθήση. Ο Ορέστης της λέει για το τι τραβάει, καθώς και για τα διαλείμματα ηρεμίας και γαλήνης που ακολουθούν και κρατούν πολύ λίγο.
«ΟΡΕΣΤΗΣ: Αχ, γιατί παραδέρνω, βαριαναστενάζοντας; Για πού, για πού να πάω τινάχτηκα από το κρεβάτι μου;
Πάλι, λοιπόν, από τα κύματα (την φουρτούνα) βλέπω αμέσως γαλήνη». (Στην αρχαία: Εκ κυμάτων γαρ αύθις αυ γαλήν’ ορώ).

ΑΦΑΝΤΑΣΤΗ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΠΟΥ ΚΑΤΗΡΓΗΣΑΝ ΤΟ ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΟ

ΚΑΠΟΙΕΣ διευκρινήσεις εδώ, για να πούμε κάποια πράγματα που, δυστυχώς, δεν τα μαθαίναμε και δεν τα μαθαίνουν και τώρα στα Ελληνικά σχολεία. Η αρχαία Ελληνική γλώσσα είχε μελωδικότητα και ωραιότητα στην προφορά της. Σ’ αυτό συντελούσε ο τονισμός: Η οξεία, (με την οποίαν το φωνήεν επροφέρετο με οξύτητα, με αύξηση της εντάσεως και ύψωση της συχνότητος), η βαρεία ('), με πεσμένο τον τόνο, και η περισπωμένη, (με προφορά που άρχιζε με οξύτητα, και τελείωνε με πεσμένο, βαρύ τόνο, γι’ αυτό και λεγόταν, η περισπωμένη, και οξυβάρεια).
Συντελούσαν ακόμη και τα πνεύματα. Η ψιλή, με προφορά του φωνήεντος με ψιλή, δηλ, απογυμνωμένη από πυκνότητα προφορά, καθαρή, απλή κι’ αέρινη, και η δασεία, που έδινε στην προφορά του φωνήεντος πυκνότητα. Για να μη φανούν σε κάποιους... άγνωστες λέξεις αυτές που αναφέρω, θυμηθήτε ότι ψιλός, (με γιώτα) σημαίνει (και) απογυμνωμένος. Λέμε: αποψίλωση εδάφους, δηλ, απογύμνωση του εδάφους από τα σκουπίδια, καθαρισμός του. Λέμε: δασύς, δηλαδή πυκνός, όπως: δασέα (δασιά) πλατάνια, δηλ. πλατάνια με πυκνό φύλλωμα, κ.ά.
Όσο για την περισπωμένη (~). Και σήμερα ακόμη, όταν λέμε λ.χ.: Ο ακριβός χαρτοφύλακας, το «βος» το προφέρομε με οξύτητα, γιατί παίρνει οξεία (΄), και σύντομα, γιατί το «ο» είναι βραχύ φωνήεν, δηλ. μικρό, σύντομο.
Όταν όμως λέμε: «ἀκριβῶς», δηλ. επίρρημα, με ωμέγα (ω - μέγα, μεγάλο) και με περισπωμένη, τότε κρατάμε περισσότερο στην προφορά το ωμέγα, και το τονίζομε αρχικά με οξύτητα και στην συνέχεια η οξύτητά του πέφτει, περισπάται, εξ ού και: περισπωμένη.
(Ανοίγω παρένθεση. Κατάπτυστη και απαράδεκτη και εγκληματική η κατάργηση του πολυτονικού, με απόφαση των πολιτικών, στις 11.1.1982, επί Πα.σό.κ., ώρα 2.00΄ μετά τα μεσάνυχτα, στην Βουλή. Με αντισυνταγματικό τρόπο, με εντελώς αιφνιδιαστική προσθήκη τροποποιήσεως σε άσχετο νομοσχέδιο. Εψήφισαν τριάντα [!] παρόντες βουλευτές, για ένα θέμα που η τότε μείζων αντιπολίτευση, σ’ εκείνη την συνεδρίαση της Βουλής, το χαρακτήρισε «μέγα», και απεχώρησε, και όχι μόνον αυτή, ζητώντας να συζητηθή τό θέμα άλλη φορά, αφού εισαχθή με συνταγματικά σωστό και νόμιμο τρόπο. Για λόγους τυπικούς και ουσιαστικούς. Και εθνικούς.
Αφάνταστη η καταστροφή που επέφερε ο ακρωτηριασμός αυτός της γλώσσης μας. Κλείνει η παρένθεση).
Συντελούσε, επίσης, στην μελωδικότητα και την ομορφιά της αρχαίας ελληνικής γλώσσης η ποσότητα των συλλαβών, δηλ. τα μακρά και τα βραχέα. Τα μακρά φωνήεντα (π.χ. το ωμέγα [ω] δηλ. ω - μέγα, μεγάλο) κρατούσαν στην προφορά τους σε χρόνο περισσότερο, περίπου διπλάσιο απ’ ό,τι ένα βραχύ φωνήεν (όπως π.χ. το βραχύ όμικρον [ο], δηλ. ο - μικρόν).
Η προσωδία, δηλαδή.

ΑΠ’ ΤΑ ΦΟΥΡΤΟΥΝΙΑΣΜΕΝΑ ΚΥΜΑΤΑ ΕΙΔΕ ΜΙΑ ...ΓΑΤΑ!

ΞΑΝΑΓΥΡΙΖΟΜΕ λοιπόν στο συγκεκριμένο περιστατικό.
Η λέξη γαλήν’ (απ’ το επίρρημα: γαληνά, με απόστροφο [’] από έκθλιψη φωνήεντος, γιατί η αμέσως μετά λέξη αρχίζει από φωνήεν), παίρνει οξεία. Η λέξη γαλῆν, με περισπωμένη (είναι στην αιτιατική πτώση) σημαίνει: γάτα.
Από αδεξιότητα ή από λάθος, ο ηθοποιός Ηγέλοχος, αντί να προφέρη την λέξη γαλήν’ με τονισμό οξείας, την επρόφερε με τονισμό περισπωμένης. Οπότε, αντί να ακουσθή ο στίχος ως:
«Και πάλι από τα κύματα (τη φουρτούνα) αμέσως βλέπω τη γαλήνη»,
ακούστηκε σαν:
«Και πάλι από τα κύματα αμέσως βλέπω τη γάτα»» !
Και έγινε χαμός στην εξέδρα, από τα γέλια και τις αποδοκιμασίες. Τα κουκούτσια από τις ελιές πήγαιναν σύννεφο (οι αρχαίοι Έλληνες μάζευαν τα κουκούτσια από τις ελιές μετά το φαγητό τους, και στο θέατρο τα πετούσαν - καθ’ ότι ακίνδυνα - στον κακό, αδέξιο ηθοποιό που τυχόν ήθελαν να αποδοκιμάσουν. Ήταν κι’ αυτός ένας από τους τρόπους αποδοκιμασίας στον όχι καλόν ηθοποιόν).
Φαντασθήτε λοιπόν πόσο εκπαιδευμένοι ήσαν και οι απλοί θεατές. Από αμέτρητες λέξεις που άκουγαν ασταμάτητα από τις τραγωδίες και τα σατιρικά δράματα και τις κωμωδίες που παίζονταν συνεχώς (διαγωνιζόταν ο κάθε δημιουργός με τέσσερα έργα), οι θεατές αντελήφθησαν αμέσως, «έπιασαν» την κακή προφορά του τονισμού ενός φωνήεντος, και την επεσήμαναν με τον τρόπο τους.

Επειδή με ρωτούν :
ΒΙΒΛΙΑ ΑΛΚΙΒΙΑΔΟΥ Ι. ΜΠΕΝΑΡΔΗ
«Ο ΒΡΩΜΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ», 2013, εκδ.: ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ.
«ΕΛΛΗΝΩΝ ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΕΡΩΣ», 2010, εκδ.: ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ.
«ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ», 2006, εκδ.: ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ.
«Η ΜΕΓΑΡΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΜΕΓΑΡΙΚΑ», 2003, εκδ.: ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ.
«ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΜΝΗΜΕΣ» (ποιήματα), 1999, εκδ.: ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ.
«ΤΙ ΕΙΠΑΝ ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ», (από κοινού με τον Κωνσταντίνο Σπίνο), 1998, εκδ.: ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ.
«ΔΙΑΚΡΙΣΙΣ ΕΠΙΤΡΑΠΕΖΙΟΥ ΑΝΤΙΣΦΑΙΡΙΣΕΩΣ», 1974, εκδ. : Σ.Ε.Α.
«ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΔΟΚΙΜΩΝ ΑΛΚΙΜΩΝ», 1972, εκδ. : Σ.Ε.Α.
«ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ ΕΛΛΗΝΟΣ ΑΛΚΙΜΟΥ», 1971, εκδ. : Σ.Ε.Α.
«ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΕΛΛΗΝΟΣ ΑΛΚΙΜΟΥ», 1966, εκδ.: Σ.Ε.Α.
«ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΛΚΙΜΩΝ», 1964, εκδ.: Σ.Ε.Α.
(Όλα στο πολυτονικό σύστημα γραφής. Τα 6 τελευταία από τα αναγραφόμενα είναι εξηντλημένα, άρα δεν διατίθενται από τα βιβλιοπωλεία, ενώ διατίθενται τα λοιπά από τα ανωτέρω δηλ. το πρώτο έως και το πέμπτο.).