AixmiNews.gr - H Ηλεκτρονική εφημερίδα των Μεγάρων, της Νέας Περάμου και της Δυτικής Αττικής

21.10.2018
Ειδήσεις

Ο καιρός μας

767DRITSAS

Γράφει ο Γιάννης Δρίτσας

Συνεργάτης της ΑΙΧΜΗΣ

Ο Χρύσανθος και ο Περικλής είναι δύο παιδικοί φίλοι. Έλληνες «καθαροί». Μπολιασμένοι με όλα τα ενδεδειγμένα μπόλια που συνέστηναν οι γιατροί! Μαζί μεγάλωναν παίζοντας, διαβάζοντας, κάνοντας παιδικές αλλά το κυριότερο εφηβικές σκανδαλιές. Μοιραία κάποια στιγμή οι δρόμοι τους χώρισαν για να ξαναενωθούν ύστερα από λίγα χρόνια…
Η θεωρία λέει ότι οι παιδικοί φίλοι δεν χωρίζουν ποτέ, ότι η παιδικές φιλίες είναι εκείνες που «σημαδεύουν» την ψυχή ανεξίτηλα.
Ο χρόνος κυλούσε όμορφα και παρά το χρονικό κενό στην φιλία τους, τηρουμένων των αναλογιών, οικογένειες, εργασιακά ζητήματα κ.ά., δεν φαινόταν να έχει χαθεί η σπίθα εκείνη που χαρακτηρίζει και συνοδεύει την Φιλία. Σα να μην πέρασε μια μέρα. Αμέριμνα και χαλαρά. Με την ωριμότητα να υπάρχει πλέον σε όλα τα επίπεδα. Τίποτα φαινομενικά δεν είχε αλλάξει. Δεν αλλοιώνονται τέτοιες σχέσεις στο διάβα των ετών…
Και οι δύο είχαν «αποκατασταθεί» εργασιακά. Απλώς ο Περικλής, ανέκαθεν ήταν τύπος χαλαρός. Ελαφρώς μποέμ. Με «έξωθεν μαρτυρία» «ανεύθυνου» (ε ρε πόσα ξέρει ο κόσμος!). Τύπος που δεν τα έπαιρνε «με το μέσα» του. Σαν ένας μικρός τυχοδιώκτης, βρισκόταν σε περίοδο αναζήτησης εκείνου που θα τον ολοκλήρωνε εργασιακά. Είχε σηκώσει το πανί του ιστιοφόρου του και είχε ξανοιχτεί στο εργασιακό πέλαγος προκειμένου να βρει το νησί του. Το νησί που θα καθαγίαζε την ανυπότακτη ψυχή του.
Μέσα από το κιάλι του, το είδε. Το είδε μπροστά του και παρά το ότι ήταν ένα απλό ξερικό, χέρσο νησί, εκείνος είδε πάνω του τον παράδεισο. Έβαλε πλώρη ολοταχώς για κείθε.
Μόνο που τα πανιά του ήταν ξεφτισμένα πια και δεν άντεχαν τον δυνατό αγέρα. Μα ήταν ο Περικλής. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην πάει. Δεν μπορούσε να αφήσει το πραγματικό του όνειρο να χαθεί στην ανατολή της νέας μέρας. Τα χρώματα του λυκαυγούς μοναδικά. Δεν ήταν αποδεκτό γι’ αυτόν να κατεβάσει τα πανιά, να μείνει στον μόλο δεμένος ενώ το νησί του τον περίμενε.
Δεν χρειάστηκε περαιτέρω σκέψη. Παρά τον άστατο χαρακτήρα του, που πάμπολλες φορές τον έχει «εκθέσει» στα μάτια του περίγυρού του, ένα ήξερε. Οι φίλοι γνωρίζουν καλλίτερα από τους ξένους, τους απόμακρους, τους άλλους που δεν έχουν καν την λογική να σκεφτούν την αιτία των πραγμάτων αλλά έχουν εύκολα και απλά την κρίση να μειώνουν, να ξευτελίζουν και να κουτσομπολεύουν. Οι Φίλοι ξέρουν!
Πήγε λοιπόν στον Χρύσανθο. Του εξέθεσε το σχέδιο, του είπε το όνειρο και του ζήτησε βοήθεια. Επειδή ήξερε πόσο καλά τον ήξερε ο Χρύσανθος. Επειδή μεγάλωσαν μαζί. Επειδή ποτέ δεν θα έκανε κακό σε κανέναν και ειδικά στον Χρύσανθο επίτηδες. Επειδή πολύ απλά μεγάλωσαν μαζί. Επειδή ήταν ο Περικλής και ήταν ο Χρύσανθος. Αδέρφια δεμένα με Φιλίας αίμα. Σμιλεμένα…
Ο Χρύσανθος τον άκουσε με προσοχή. Τον άκουσε πίνοντας την μπύρα του, κοιτάζοντας το πέλαγος που ήταν τόσο γαλήνιο. Τόσο ήρεμο σε αντίθεση με την ψυχή του Περικλή που ήταν τόσο τρικυμιώδης. Αφού ο Περικλής τελείωσε, ο Χρύσανθος του είπε πως θα τον βοηθήσει. Θα είναι στήριγμα για να κάνει ο Περικλής το επόμενο και πιο ισχυρό βήμα στην ζωή του. Επειδή είναι Φίλοι. Θα είναι μαζί του, τον διαβεβαίωσε! Ο Περικλής βούρκωσε. Χαρά, ευγνωμοσύνη, γαλήνη, ευτυχία… όλα μαζί εκεί, σε κείνο το μέρος, κοιτάζοντας το πέλαγος και χωρίς ούτε μια ματιά από τον Χρύσανθο, παρά μόνο τα λόγια που ξεστόμισε.
Μόνο όταν ο Περικλής πήγε στον Χρύσανθο να μιλήσουν για τις λεπτομέρειες και τον τρόπο που θα τον βοηθούσε, τότε και μόνο τότε κατάλαβε πως ο Χρύσανθος δεν μιλούσε στον Περικλή αλλά… στο πέλαγος!!!
Ο Έντι και ο Νάσος ήταν δύο γνωστοί. Βούλγαροι. Και οι δύο αναζήτησαν καλλίτερες συνθήκες διαβίωσης για εκείνους και τις οικογένειές τους. Άφησαν πίσω τους πατεράδες, μανάδες, παππούδες, γιαγιάδες, φίλους, φίλες, και κίνησαν για την «νέα γη». Την Ελλάδα. Άγνωστοί μεταξύ αγνώστων. Ρακένδυτοι, πεινασμένοι μεν αλλά με σιγουριά και εμπιστοσύνη.
Φτάνοντας στην Ελλάδα, οι πρώτοι μήνες ήταν βασανιστικοί. Αλλά δεν τό ‘βαλαν κάτω. Κάτι και η βοήθεια των Ελλήνων, κάτι και το πείσμα τους, άρχισαν να βολεύονται. Άρχισαν να ζουν αξιοπρεπώς και να μπορούν να στηρίξουν την οικογένειά τους. Δύσκολα στην αρχή αλλά σιγά σιγά το… Ελληνικό όνειρο έγινε πραγματικότητα.
Κοιτούσαν γύρω τους και απορούσαν. Οι Έλληνες ήταν τόσο φιλόξενοι, τόσο ζεστοί, έδειχναν τόσο μεγάλο ενδιαφέρον και στήριξη στους ξένους. Πράγμα υπέροχο. Όμως έδειχναν τόση κακία, τόσο φθόνο, τόσο άσχημη συμπεριφορά και αρνητική στους ομοεθνείς τους. Συνέδραμαν κάθε ξένο στην ανάγκη του ενώ αδιαφορούσαν και σε πολλές περιπτώσεις φαίνεται πως απολάμβαναν την δυσκολία του γείτονά τους. Τους παραξένευε πάρα πολύ αυτό.
Στο διάβα των χρόνων ο Έντι έκανε επιχείρηση. Η επιχείρηση με την βοήθεια των κατοίκων και την στήριξή τους μεγάλωνε και δυνάμωνε μέρα με την ημέρα. Έγινε κραταιά και όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για κείνον. Μάλιστα παρά το ότι σε πολλές περιπτώσεις η τακτική που ακολουθούσε δεν ήταν η πρέπουσα απέναντι των συναδέλφων του, επειδή λειτουργούσε με αθέμιτο ανταγωνισμό, η στήριξη των Ελλήνων ήταν μνημειώδης. Ναι, τα κατάφερε. Όμως κάτι μέσα του δεν τον άφηνε να χαρεί. Ο Νάσος δεν τα είχε καταφέρει τόσο καλά. Προσπαθούσε ναι, ζούσε την οικογένειά του αξιοπρεπώς, αλλά δεν ήταν τόσο οικονομικά ανεξάρτητος όπως ο Έντι. Αυτό ήταν σαράκι στην ψυχή του. Δεν τον άφηνε να ηρεμήσει…
Δεν άφησε άλλο χρόνο να πάει χαμένος. Φώναξε τον Νάσο και την οικογένειά του. Τους έκανε το τραπέζι και αφού έφαγαν οι δύο οικογένειες μαζί, με ύφος ήρεμο και την ψυχή του γαληνεμένη, απευθύνθηκε στον Νάσο λέγοντάς του: «Αύριο σε περιμένω από το μαγαζί». «Την δουλειά την ξέρεις, μαζί ξεκινήσαμε, εγώ είχα την τύχη και μπόρεσα να κάνω ένα καλό μαγαζί που μου έδωσε πολλά χρήματα. Τώρα θα κάνεις κι εσύ ένα ίδιο στην άλλη άκρη της πόλης. Είμαι εδώ για σένα»!

Καλές διακοπές για όλους. Ραντεβού το Σεπτέμβριο, Θεού θέλοντος.