AixmiNews.gr - H Ηλεκτρονική εφημερίδα των Μεγάρων, της Νέας Περάμου και της Δυτικής Αττικής

15.12.2017

Ο καιρός μας

767DRITSAS

Γράφει ο Γιάννης Δρίτσας 

Ειδικός Συνεργάτης της ΑΙΧΜΗΣ

Η «σημερινή» κοινωνία έχει «χτιστεί» σε «νέα» αλλά μάλλον σαθρά θεμέλια. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της είναι το «φαίνεσθαι». Είναι μια προσπάθεια που συνήθως κατέβαλλαν εκείνοι οι άνθρωποι που δεν είχαν τίποτα άλλο να δείξουν, εκτός, από την κενότητά τους «διανθισμένη» με τίτλους κάθε μορφής. Τίτλους επιστημοσύνης, τίτλους πολιτικούς, τίτλους γενικότερα. Ευτυχώς που στην Ελλάδα δεν υπάρχουν τίτλοι όπως βαρώνοι, Μοντέγοι, μάγοι, κ.ά. που διαφαίνεται πως με κάθε τρόπο θα στριμώχνονταν αμέτρητοι Έλληνες για να τους παραλάβουν με κάθε τρόπο.
Παλαιότερα, το παραμύθι με τους πλούσιους και τους φτωχούς ήταν αρκετό. Μα και οι φτωχοί κατόρθωσαν να γίνουν επίπλαστα πλούσιοι. Στην πορεία οι τίτλοι σπουδών έγιναν το νέο φετίχ. Όμως και τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού ήταν ικανά να αποκτήσουν τίτλο σπουδών, και μάλιστα, μερικές φορές τα παιδία αυτών των οικογενειών, ξεπερνούσαν τα άλλα παιδιά, εκείνα των καινοφανών γονέων… Αυτό φυσικά ήταν ανεπίτρεπτο.
Η ανάγκη, να ξεχωρίζουν από την… πλέμπα οι προύχοντες, τους οδήγησε στην πολιτική. Το μέγιστο αλαλούμ γίνεται στις τοπικές κοινωνίες. Οι «ικανοί» έχουν την… αγάπη του κόσμου και την αναγνώριση όλων. Οι άλλοι, οι… «ανίκανοι», αυτοί που δεν απολαμβάνουν την αναγνώριση των οσφυοκαμπτών (όπως λέει και ένας φίλος μου που διατηρεί ταξί και προσπαθεί να ζήσει την οικογένειά του με αξιοπρέπεια), οι «μισητοί», δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση .Δεν έχουν κατορθώσει να κατακτήσουν και αυτό το οχυρό.
Το ερώτημα εύλογο. Πού είναι το κακό; Μα αυτό είναι το μέγιστο κακό. Επειδή οι άνθρωποι που έχουν το προτέρημα να είναι κενόδοξοι, που είναι καινοφανείς, δεν έχουν ουσία, δεν έχουν αναπτυγμένο το κριτήριο της κοινωνικής συνεισφοράς, της συμπόνιας και της συνυπευθυνότητας, επειδή το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι ο διογκωμένος εγωισμός τους, είναι τελικά οι καταστροφείς της κοινωνίας. Απομονωμένοι στην ματαιοδοξία τους, δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για κανέναν άλλον πλην του εαυτού τους. Αυτό κάνει το μεγάλο κακό στην κοινωνία.
Θέλοντας τα παραπάνω γενικά αλλά κατανοητά να γίνουν περισσότερο συγκεκριμένα, θα περιγράψουμε σήμερα την συμπεριφορά της κυρίας Εγώ Είμαι. Φυσικά η περιγραφή ταιριάζει ακριβώς και στον κύριο Εγώ Είμαι.
Η κυρία λοιπόν αυτή, έχει χρόνια που αγωνίζεται να δείξει ότι είναι κάποια. Τόσο μεγάλη είναι η ανάγκη της που έκανε τα πάντα. Μπήκε ως μέλος σε συλλόγους, είτε γονέων και κηδεμόνων, είτε σε ΑΜΕΑ, σε κάθε σύλλογο τέλος πάντων, και εν τέλει, στην πολιτική. Την τοπική φυσικά, «μικρή» πολιτική. Μέχρι εκεί μπορεί η γυναίκα. Αλλά βρήκε τον τρόπο να αναδειχτεί. Μάζεψε τους ψήφους κι έγινε κάποια. Από τότε, άστραφτε μην πω και βροντούσε.
Τίτλος μοναδικός και τρομερός. Όλοι οι οσφυοκάμπτες έκαναν μπροστά της αυτό που ήξεραν να κάνουν καλλίτερα. Ναι, προσκυνούσαν την θεά… Μια Θεά που ζήλεψε τον Δία και έγινε η Ήρα. Περίμενε λοιπόν υπομονετικά να της δώσει ο αρχηγός, ο επικεφαλής, ο τοπικός άρχοντας την θέση που της αρμόζει. Φευ. Γελάστηκε. Δεν πήρε την θέση που είχε μεγαλύτερη αίγλη από αυτήν που η ίδια, ήδη κατείχε. Η αγωνία και η κατάρα της καινοφάνειας την είχε κατακτήσει. Δεν μπορούσε να ζήσει. Μα ήταν «έξυπνη». Αποφάσισε και έβαλε σε εφαρμογή ένα τέλειο σχέδιο.
Όπου στεκόταν και όπου βρισκόταν κατηγορούσε τον τοπικό άρχοντα. Που δεν έκανε εκείνο, δεν έκανε το άλλο, γενικώς τον αποκαθήλωνε και με κάθε τρόπο, φανερά, τον αποδυνάμωνε. Ο τοπικός άρχοντας μάθαινε τα πάντα, από εκείνα τα «αγαθά» πλάσματα, που χωρίς καμία υστεροβουλία σπεύδουν σαν υποτακτικοί, σαν καταδότες, να πουν τα καθέκαστα. Ο τοπικός άρχοντας δεν ήταν βλάκας. Το περίμενε. Αυτό είναι ίδιον τέτοιων καινοφανών ανθρώπων. Άφηνε λοιπόν την κυρία Εγώ Είμαι να λέει και να λέει παντού τα πάντα. Την άφηνε να εκτίθεται επανειλημμένα. Αφού γέλαγε μαζί της και βαρέθηκε να έρχονται κάθε λίγο και λιγάκι οι καταδότες να του λένε τα όσα εκείνη καταμαρτυρεί εναντίον του, εκείνος σε μια «κίνηση αναγνώρισης» της έδωσε τον τίτλου του «τίποτα». Όπου κι εάν πήγαινε ο τοπικός άρχων είχε κοντά του την κυρία «τίποτα». Την εκθείαζε και την ανεδείκνυε. Και η κυρία Εγώ Είμαι «τίποτα», έλαμπε. Άστραφτε. Θεά!!! Από εκείνη την ημέρα που πήρε και τον τίτλο της, η κυρία Εγώ Είμαι «τίποτα», γυρνά ευτυχισμένη και γεμάτη. Το φωτισμένο της πρόσωπο μαρτυρά την μέθεξη στην οποία βρίσκεται. Αυτό την φτάνει. Ξέχασε μεμιάς η κυρία Εγώ Είμαι «τίποτα», όλα όσα καταμαρτυρούσε εναντίον του τοπικού άρχοντα και έγινε, από πολέμια φίλη του.
Αυτό που η κυρία Εγώ Είμαι «τίποτα» δεν έχει στο νου της, και φυσικά κανένας δεν της το υπενθυμίζει επειδή όλοι την κοροϊδεύουν πλέον για την ξιπασιά της, είναι πως εκεί που εναποθέτεις το σάλιο σου δεν πας ύστερα να φας. Αυτό που δεν έχει στο νου της, επειδή η ματαιοδοξία της την έχει κάνει απερίσκεπτη, είναι πως η αξιοπρέπεια είναι πάνω και πέρα από όλα. Αλλά όταν είσαι… «μειράκιον» πνευματικά, εξελίσσεσαι σε κνώδαλο.
Εάν στις τοπικές κοινωνίες παρατηρήσουμε πολύ καλά γύρω μας, δεν είναι διόλου δύσκολο να δούμε τέτοιου είδους κυρίες και κυρίους που λέγονται Εγώ Είμαι, και κατέχουν τον τίτλο «τίποτα»!
Ματαιότις ματαιοτήτων… τα πάντα ματαιότις.